Ιερομ. Αντίπας: "Το πάντων καινόν καινότατον νέον" (12/2016)

«Τό πάντων καινόν καινότατον νέον»
Αναφορά στην εορτή των Χριστουγέννων[i]

 

Στην εποχή μας, όπως όλοι γνωρίζουμε, υπάρχει υπερπαραγωγή νέων. Χιλιάδες άνθρωποι σε όλον τον κόσμο εργάζονται στην ειδησεογραφία. Χιλιάδες οργώνουν την υφήλιο για να συλλέξουν νέα. Νέα εντυπωσιακά, περίεργα, νέα αληθινά, νέα κατασκευασμένα, νέα καλά, νέα κακά. Νέα που ωφελούν και νέα που βλάπτουν. Νέα που ανεβάζουν και νέα που κατεβάζουν. Νέα που μας ενθουσιάζουν και νέα που μας απελπίζουν. Ειδήσεις που μας κάνουν υπερήφανους και ειδήσεις, για τις οποίες ντρεπόμαστε. Και εκατομμύρια ανθρώπων πού τις παρακολουθούν. Επιστρατευμένα προς τούτο, η τηλεόραση, το διαδίκτυο, οι εφημερίδες, τα περιοδικά, όλα τα ΜΜΕ επί εικοσιτετραώρου, μάλιστα, βάσεως. Παλαιά είναι η διατύπωση από τον Αριστοτέλη τον Μέγιστο: «οἱ ἄνθρωποι φύσει τοῦ εἰδέναι ὀρέγονται», παντού και πάντοτε και μέχρι σήμερα και μακάρι να μαθαίνουν τα καλά και ωφέλημα και να διδάσκονται από αυτά. Μακάρι να μην μαθαίνουν μόνο νέα και όλες αυτές τις ειδήσεις. Όμως, αυτά τα νέα δεν είναι νέα, αλλά παλαιά. Τόσο παλαιά που αρχίζουν την παρουσία τους μέσα σ’ αυτόν τον Παράδεισο.

Το πρώτο νέο είναι η πτώση του ανθρώπου εξαιτίας της ανυπακοής του στην εντολή του Θεού. Το δεύτερο νέο είναι η εξορία του από τον Παράδεισο της τρυφής. Το τρίτο νέο είναι ο πρώτος φόνος μεταξύ αδελφών… και πάει λέγοντας μέχρι και σήμερα. Τα ίδια πάντοτε, πότε με τις ίδιες μορφές πότε με άλλες και από διαφορετικούς ανθρώπους σε διάφορες εποχές. Νέα πού δεν είναι νέα. Είναι, το επαναλαμβάνω, παλαιά. Επαναλαμβανόμενες πράξεις και συμπεριφορές.

Μα θα διερωτηθεί κανείς δεν υπάρχει κανένα νέο; Την απάντηση την δίδει ο άγιος Ιωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Ἕνα νέο ὑπάρχει, ἡ ἐνανθρώπηση τοῦ Ὑιοῦ τοῦ Θεοῦ». Αυτό είναι το μόνο νέο και μάλιστα νεότατο, «τό πάντων καινόν καινότατον», «τό μόνον καινόν ὑπό τον ἤλιον», που παραμένει πάντα επίκαιρο και εντυπωσιακό, πάντα θαυμάσιο, πάντα σωτήριο. Νέο παγκόσμιο και οικουμενικό, νέο που δεν παλαιώνει και δεν ξεχνιέται. Νέο που θα μείνει για πάντα στην ιστορία του ανθρώπινου γένους. «Θεός τό τεχθέν, ἡ δέ μήτηρ Παρθένος. Τι μείζων ἄλλο καινόν εἶδεν ἡ κτίσις;» Κανένα. Και όσοι γνωρίζουν αυτό το νέο είναι οι μόνοι καλά πληροφορημένοι, οι μόνοι που έχουν σωστή και αληθινή ενημέρωση. Οι μόνοι που γνωρίζουν τα πάντα, που τα έχουν όλα. Τα νέα του κόσμου τούτου τα μεταφέρουν και τα διαδίδουν οι άνθρωποι. Το νέο όμως αυτό το μετέφεραν στους ανθρώπους οι άγγελοι ψάλλοντες «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ και ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Κυρίως όμως το μετέφερε ο «πρό αἰώνων Θεός» που έγινε για τη σωτηρία του ανθρωπίνου γένους «παιδίον νέον».

Και για ποιο λόγο έγινε «παιδίον νέον»; Για ποιο λόγο έγινε άνθρωπος; Την απάντηση, ας την πάρουμε και πάλι από τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό: «Ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, για να χαρίσει ξανά στον άνθρωπο, εκείνο για το οποίο τον προόρισε. Τον δημιούργησε σύμφωνα με την δική Του εικόνα ελεύθερο, προορισμένο να του μοιάζει, να είναι όπως και ο Δημιουργός του του τέλειος και ενάρετος. Ο Θεός λοιπόν, δημιούργησε τον άνθρωπο σε πλήρη κοινωνία μαζί Του. Εμείς όμως, αυτά τα γνωρίσματα της θείας φύσεως τα αλλοιώσαμε και τα μπερδέψαμε. Περάσαμε στην παράταξη της κακίας με αποτέλεσμα να χάσουμε την κοινωνία με τον Θεό. Κι όταν πια στερηθήκαμε τη ζωή, πέσαμε στη φθορά του θανάτου.

Επειδή όμως ο Θεός μας προσέφερε το ύψιστο αγαθό το οποίο δεν το διαφυλάξαμε, χρειάστηκε να κατέβει εκείνος στη δική μας ξεπεσμένη φύση και να γίνει άνθρωπος με σκοπό να μας ξαναδώσει την πρώτη εικόνα και να μας διδάξει την ενάρετη ζωή. Για να μας ελευθερώσει από την φθορά και τον θάνατο. Για να μας επαναφέρει σε κοινωνία μαζί Του. Για να ανοίξει τον δρόμο της δικής μας ανάστασης και για να λύσει τα δεσμά της κυριαρχίας του διαβόλου και για να μας γεμίσει κουράγιο. Για να μας εκπαιδεύσει να πολεμούμε τον τύραννο με την υπομονή και την ταπείνωση.

Και συνεχίζει ο ιερός πατήρ: «Δόξα σε εσένα Χριστέ, Λόγε του Θεού και Σοφία και Δύναμη και Θεέ Παντοκράτωρ. Τι δώρα αντάξια να Σου προσφέρουμε εμείς οι άπραγοι, για όλα όσα μας χάρισες; Εσύ όλα μας τα έχει δώσει πλούσια. Μόνο ένα ζητάς από εμάς. Να αποδεχτούμε τη σωτηρία που μας προσφέρεις, δίνοντάς μας συγχρόνως και τη δύναμη να τα πετύχουμε».

Και ποιοι είναι αυτοί που αποδέχθηκαν τη σωτηρία; Όλοι όσοι πιστεύουν στον Θεάνθρωπο, όσοι τηρούν τις εντολές του, όσοι μελετούν τον Λόγο του, όσοι προσεύχονται και ελπίζουν σ’ Αυτόν. Όσοι τον αγαπούν και όσοι, κυρίως, κοινωνούν το Τίμιο Σώμα Του και το Πανάγιο Αίμα Του «τό ἐκχυθέν ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καί σωτηρίας». Στο σημείο αυτό επιτρέψτε μου να πω κάτι προσωπικό. Από όλα τα μέρη του κόσμου (και επισκέφθηκα πολλά) ζηλεύω το ταπεινό σπήλαιο της Βηθλεέμ. Ζηλεύω τη φάτνη, τ’ άχυρα. Ζηλεύω τα χέρια της Παναγίας, που αγκάλιασαν το «θείον Βρέφος». Ζηλεύω τα μάτια του Ιωσήφ, που το πρωτοείδαν. Ζηλεύω τις φωνές των Αγγέλων. Ζηλεύω τα γόνατα των ταπεινών Ποιμένων, που γονάτισαν μπροστά του. Ζηλεύω τα χνώτα των αλόγων ζώων, που το ζέσταναν. Ζηλεύω εκείνη τη σκοτεινή νύχτα. Ζηλεύω και θα ζηλεύω πάντα εκείνο το αχούρι της Παλαιστίνης. Αλήθεια τι είναι τα βασίλεια και τα ανάκτορα του κόσμου τούτου μπροστά σε αυτό; Τι είναι τα πλούτη και η δόξα, οι ηδονές και οι απολαύσεις, και για να έρθουμε στα δικά μας τι σχέση μπορούν να έχουν τα Χριστούγεννα, που γιορτάζουν οι Χριστιανοί του σήμερα με το παμμέγιστο Μυστήριο της Θείας Ενανθρωπίσεως; Πόσοι γνωρίζουν; Πόσοι πιστεύουν; Και πόσοι πρωτίστως ζουν αυτό το γεγονός;  Ας θυμηθούμε τα λόγια των ποιμένων «Διέλθωμεν δή ἔως Βηθλεέμ καί εἴδωμεν τό ρήμα τοῦτο τό γεγονός».

Ένα είναι βέβαιο πως, Χριστούγεννα γιορτάζουν μόνο όσοι ακολουθούν την πορεία του αστέρος. Όσοι ακολουθούν τους μάγους στο δρόμο τους, όσοι βλέπουν με αυτούς «τό παιδίον μετά Μαρίας τῆς μητρός αὐτοῦ εἰς τήν οἰκείαν». Δηλαδή μέσα στην Εκκλησία. Όσοι προσφέρουν στον νεογέννητο βασιλέα δώρα, όπως οι μάγοι οι οποίοι «ἀνοίξαντες τοῦ θησαυροῦ αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δώρα, χρυσόν καί λίβανον καί σμύρναν». Αλλά τι δώρα να του προσφέρουμε εμείς οι όντως πτωχοί και πάμπτωχοι πνευματικά, οι πεινασμένοι και γυμνητεύοντες; Αλλά και εάν είχαμε τι άραγε θα ήθελε να του προσφέρουμε;

Τετρακόσια χρόνια, περίπου, μετά η γέννηση του Θεανθρώπου εκεί πλησίον του αγίου Σπηλαίου ζούσε ένας ενάρετος και άγιος μοναχός, ο Ιερώνυμος με την συνοδεία μερικών ευλαβών γυναικών. Μια νύχτα των Χριστουγέννων ο Χριστός του ζήτησε ένα δώρο. Ο άνθρωπος τα έχασε! Πού να βρει, ακτήμων ασκητής, ένα δώρο επάξιο στη θεία μεγαλειότητα; Ταπεινά ρώτησε: «Τι δώρο θέλεις Κύριε;» Και εκείνος του ζήτησε σαν δώρο τις αμαρτίες του. Αυτό το δώρο θέλει και από εμάς γιατί είναι ο μόνος που έχει «ἐξουσίαν ἀφιέναι ἐπί γῆς ἀμαρτίας».

Άλλωστε δεν έχουμε τίποτε άλλο να του προσφέρουμε, αφού όλους, κλήρο και λαό, μας μαστίζει μία γενική πνευματική πτωχεία. Άδεια τα χέρια μας, κενή η καρδιά μας. Ας Του δώσουμε λοιπόν τις αμαρτίες μας, μετανοημένοι που Τον λυπήσαμε. Ας Του προσφέρουμε τα λάθη μας συντετριμμένοι που Τον περιφρονήσαμε. Ας Του χαρίσουμε την ανθρώπινη αθλιότητά μας, ταπεινωμένοι που Τον εγκαταλείψαμε. Εκείνον μας περιμένει υπομονετικά εκεί που Τον αφήσαμε, εκεί που Του γυρίσαμε την πλάτη. Μας περιμένει με ανοιχτή την αγκαλιά Του. Μια αγκαλιά που μένει πάντα ανοιχτή και ζεστή.

Εάν δεν κάνουμε έτσι, τότε για ακόμη μία φορά θα κάνουμε Χριστούγεννα χωρίς Χριστό και Φώτα δίχως Φως. Θα κάνουμε τα Χριστούγεννα του «κόσμου τούτου» με φώτα πολλά, με γλυκά πολλά, με τραγούδια πολλά, με όσα βλέπουμε και ακούμε κάθε χρόνο. Όμως ο Χριστός δεν έχει θέση σε αυτά τα Χριστούγεννα. Τη θέση του την παίρνει ο άλλος. Ο εχθρός του ανθρώπινου γένους, ο Μαμωνάς, ο οποίος κάνει τα Χριστούγεννα ευκαιρία και μέσο εμπορικού κέρδους, σπατάλης, κραιπάλης και αμαρτιών πολλών «ρητών και αρρήτων». Χριστούγεννα στα οποία δεν ακούγεται ούτε η λέξη «Χριστός» πολλές φορές. Χριστούγεννα που δεν είναι γιορτή αλλά τραγωδία. Που δεν είναι επικοινωνία με τον Σαρκωμένο Θεό, αλλά πανηγύρι με τον διάβολο. Χριστούγεννα με πολύ σκοτάδι, δίχως Φως, δίχως αληθινή χαρά, δίχως ελευθερία. Για εμάς όμως τα Χριστούγεννα δεν θα πάψουν να είναι η «μητρόπολις τῶν ἑορτῶν», όπως την αποκαλεί ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Δεν θα παύσουν να είναι το μοναδικό και συνταρακτικό νέο «τό καινόν, τό καινότατον». Δεν θα πάψουν να είναι η φρέσκια είδηση, η είδηση της στιγμής. Εκείνης της στιγμής, που πάντοτε πρέπει να έχουμε στο νου και στην καρδιά μας, μέχρι τη στιγμή που θα κλείσουμε τα μάτια μας, γιατί στιγμή χωρίς Χριστό είναι πραγματικός θάνατος και κόλαση.

Η Εκκλησία μας, όσο υπάρχει αυτός ο κόσμος, θα ψάλλει πανηγυρικά «Χριστός γεννάται δοξάσατε» και θα προσκαλεί τους πιστούς να κάνουν την καρδιά τους φάτνη για να εναποθέσει η Παναγία το θείο Βρέφος. Το σπήλαιο εκείνο μετά τη γέννηση του Θεανθρώπου έπαψε να είναι αχούρι, τουτέστι στάβλος αλόγων ζώων. Έγινε το κέντρο της γης και το σημείο αναφοράς όλης της ανθρωπότητας. Εάν και εμείς δεχθούμε το θείο Βρέφος μέσα στο αχούρι της ψυχής μας, αχούρι από τα πάθη, τα ελαττώματα και τις ελλείψεις μας, τότε και η δική μας καρδιά θα γίνει κατοικία του ζώντος Θεού και θρόνος του Επουρανίου βασιλέως. Θα είναι κρίμα να μείνει πανδοχείο του διαβόλου, όπου «οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι».

Χριστός ετέχθη! Αληθώς ετέχθη!


[i] Η παρούσα ομιλία πραγματοποιήθηκε από τον οσιολογιώτατο ιερομόναχο π. Αντίπα Αγιορείτη (Γέροντα του Ιερού Ιβηρίτικου Κελλίου Αγίας Άννης Καρυών) στο πλαίσιο της χριστουγεννιάτικης εκδήλωσης, η οποία έλαβε χώρα στη Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ, προσκεκλημένος του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας κ. Παναγιώτη Σκαλτσή, στις 15 Δεκεμβρίου 2016.