"Λειτουργική-Ευχαριστιακή Έκφραση της Εκκλησίας" , ομιλία καθ.Παναγιώτη Ι. Σκαλτσή στην Εορτή των Τριών Ιεραρχών

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ-ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗ ΕΚΦΡΑΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΟΜΙΛΙΑ

ΣΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΤΡΙΩΝ ΙΕΡΑΡΧΩΝ (30-1-2016)

 

Τοῦ Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ

Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.

 

 

Παναγιώτατε

Τίμιον Πρεσβυτέριον

Σεβαστές Πρυτανικές Ἀρχές καί ἐλλογιμώτατοι

Καθηγητές τοῦ Πανεπιστημίου μας

Εὐσεβές Ἐκκλησίασμα

 

«Ἑορτάζει σήμερον ἡ Ἐκκλησία τήν σεπτήν, κατά τόν ὑμνογράφο, πανήγυριν τῶν διδασκάλων τῶν τριῶν»1. Κληρικοί τε καί λαϊκοί, ἐκκλησιαστικοί ταγοί καί δάσκαλοι ἀκαδημαϊκοί, ὡς ἕνα σῶμα, ἀπονέμουμε τόν ἑορτολογικό ἔπαινο στά «σεπτά δοχεῖα τοῦ Πνεύματος . τούς στερρούς τῆς πίστεως προμάχους»2, «τόν μέγαν, δηλαδή, ἱεροφάντορα Βασίλειον . τόν θεῖον καί θεορρήμονα Γρηγόριον . καί Ἰωάννην τόν πάνυ, τόν χρυσοῦν τήν γλῶτταν»3.

 

Ὁ λόγος τοῦ ἄμβωνα τόν ὁποῖον μέ τήν εὐλογία σας, Παναγιώτατε Ποιμενάρχα, σήμερα διακονῶ, θά ἀναδείξει τή λειτουργική – εὐχαριστιακή ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας, γεγονός τό ὁποῖο οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες «λόγῳ καί πράγματι»4 διηκόνησαν καί ἔθεσαν ὡς κέντρο τόσο τῆς θεολογικῆς των σκέψης, ὅσο καί τῆς ποιμαντικῆς των διακονίας. Κληρονόμοι «τῶν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, κατά τό Μέγα Βασίλειο, πεφυλαγμένων δογμάτων καί κηρυγμάτων»5 καταγράφουν τήν ἕως τότε προφορικῶς διασωθεῖσα λειτουργική τάξη καί γίνονται σηματωροί καί κήρυκες νέων ἐξελίξεων ὅσον ἀφορᾶ τή θεία Λατρεία. Ὁ πολιτικός καί κοινωνικός περίγυρος μετά καί τήν κατάπαυση τῶν διωγμῶν, τόν ἐκχριστιανισμό τοῦ λαοῦ καί τήν ἐλευθερία στήν ἔκφραση, δημιουργοῦν καί τό κατάλληλο κλίμα ἀνάπτυξης τῆς χριστιανικῆς θεολογίας, ἀλλά καί στήριξής της μέσα ἀπό τόν ἀκραιφνή λειτουργικό λόγο. Ἡ ἐκ μέρους τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν διαμόρφωση τοῦ λειτουργικοῦ τυπικοῦ, ὡς ὁδηγοῦ στήν ἐν τῷ Ναῷ εὐταξία, ἡ δημιουργία νέων ὕμνων γιά τήν ὑπεράσπιση τοῦ ὀρθόδοξου δόγματος ἔναντι τοῦ ἐκ τῶν αἱρέσεων κινδύνου, ἡ διάσωση παλαιῶν λειτουργικῶν συνηθειῶν, ὅπως π.χ. τοῦ σημείου τοῦ Σταυροῦ, ἡ ἐνεργός διά τῆς ψαλμωδίας συμμετοχή τοῦ λαοῦ στά τελούμενα, ἡ ἀνάπτυξη τῶν καιρῶν τῆς προσευχῆς τοῦ νυχθημέρου, ὡς λειτουργίας πρίν ἀπό τή Λειτουργία, ἡ σύνδεση τῶν μυστηρίων καί δή τοῦ Βαπτίσματος, μέ τήν ὁμολογία τῆς πίστεως στό τρισυπόστατον τῆς μιᾶς θεότητος6 καί κυρίως ἡ συγγραφή τοῦ κειμένου τῆς θείας Λειτουργίας, ἀποτυπώνουν καί τή σπουδαιότητα πού οἱ τρεῖς αὐτοί διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας καί φωστῆρες τῆς Οἰκουμένης προσέδιδαν στό λειτουργικό γεγονός.

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι στή Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἄνθρωπος βιώνει τό καινούργιο πού ὁ Χριστός ἔφερε στόν κόσμο, τήν ἑνοποίηση δηλαδή γῆς καί οὐρανοῦ, τήν ἀσύγχυτη περιχώρηση κτιστού καί ἀκτίστου, τή νέα θεανθρώπινη πραγματικότητα πού ἐγγυᾶται τήν ἀλήθεια, τήν εἰρήνη, τή δικαιοσύνη, τήν ἐλευθερία, τήν καταλλαγή, τήν ἐλπίδα, τή δυνατότητα ὑπέρβασης τοῦ θανάτου καί τήν ἐμπειρία τῆς ἀέναης δόξας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Ὁ κόσμος καί ὁ ἄνθρωπος εἶναι κάτω ἀπό τήν ἀγάπη καί τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Τριαδικῆς εὐλογημένης βασιλείας τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, προσκυνοῦνται καί δοξάζονται καθημερινά στόν ζωτικό και ἁγιοπνευματικό χῶρο τῆς θείας Λατρείας, «τῆς συντεταμένης, διηνεκοῦς (ἀδιαλείπτου) καί ἀμετεωρίστου περί τό λατρευόμενον θεραπείας»7 κατά τόν Καισαρείας Βασίλειο. Ἐκεῖ λειτουργεῖται ἀδιάλειπτα τό μυστήριο τῆς πίστης μας, τό μυστήριο τῆς παναγίας Τριάδος. Ἐκεῖ φαίνεται τό μεγαλεῖο τῆς ζωῆς, τό θαῦμα τοῦ κόσμου καί ἡ ὡραιότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ὡς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ διαφαίνεται ἀκριβῶς σ’ αὐτήν τήν κατά χάρη καί μυστική λειτουργική συνύπαρξη τοῦ θείου καί τοῦ ἀνθρωπίνου, στήν συνιερουργία ἀγγέλων καί ἀνθρώπων, στήν οἰκείωση τῆς ζωῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος, καί τή λειτουργική ἀνάμνηση τοῦ μυστηρίου τῆς οἰκονομίας καί τῆς σωτηρίας μας.

Ἔχει γραφεῖ ὅτι ἡ «Λειτουργία εἶναι ἀνεκτίμητον δῶρον πρός τήν ἀνθρωπότητα»8. Τό δῶρο αὐτό δόθηκε ἀπό τό Χριστό στό Μυστικό Δεῖπνο9 καί διά τῶν μαθητῶν Του στήν Ἐκκλησία «ὡς ἔκφραση τῆς ἑνότητάς της μέ τόν Χριστό, τῆς φύσης της ὡς σῶμα Χριστοῦ»10. Μέ βάση δέ τήν ἐντολή τοῦ Κυρίου «τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν» καί γνωρίζοντες καλά τίς θεολογικές ζυμώσεις τῆς ἐποχῆς των, οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες προέβησαν στή συγγραφή τῶν Λειτουργιῶν ἤ Ἀναφορῶν, προκειμένου να τελεῖται ἡ θεία Εὐχαριστία. Ὁ Ἀντιοχεύς ἱερός Χρυσόστομος μᾶς παρέδωσε τή δική του Ἀναφορά, ἡ ὁποία ἀναγινώσκεται κάθε Κυριακή καί κάθε μέρα. Ὁ Καππαδόκης Μέγας Βασίλειος συνέταξε ἐκτενέστερο καί θεολογικότερο κείμενο, παλαιότερο μάλιστα αὐτοῦ τοῦ Χρυσοστόμου, τό ὁποῖο ἀναγινώσκεται κατά τήν δεκάκις φορές τό χρόνο τέλεση τῆς ὁμώνυμης θείας Λειτουργίας. Ἡ τρίτη Λειτουργία φέρεται μέ τό ὄνομα τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Ἀλεξανδρινή ἀλλά Καππαδοκικῆς προέλευσης, μέ ἔμμετρο λόγο, θεολογικότατη καί μέ ἰδιαίτερη ἀναφορά στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ .«ὁ ὤν, Θεέ Κύριε ἀληθινέ ἐκ Θεοῦ ἀληθινοῦ, ὁ τοῦ Πατρός ἡμῖν ὑποδείξας τό φέγγος, ὁ τοῦ ἁγίου Πνεύματος τήν ἀληθῆ γνῶσιν ἡμῖν χαρισάμενος, ὁ τό μέγα τοῦτο τῆς ζωῆς ἀναδείξας μυστήριον». Τό ἰδιαίτερο αὐτό γνώρισμα παραπέμπει προφανῶς στό πρόβλημα τῶν χριστολογικῶν ἐρίδων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καί στήν ἀνάγκη τονισμοῦ τῆς ἰσότητος τοῦ Υἱοῦ μέ τόν Πατέρα11.

Τά ὡς ἄνω κείμενα εἶναι μνημεῖα θεολογικά, φιλολογικά και πολιτισμικά, κατά πώς λέει καί ὁ σύγχρονος ποιητής .«Οὔτε ὁ οἰστρήλατος τοῦ Αἰσχύλου μέ δονεῖ παλμός, οὔτε τῶν θεῶν ἡ γαλήνη, πού τήν ἔπλασε ὁ Φειδίας, ὅσο ἐσύ μέ συνεπαίρνεις ὁ λειτουργικός ψαλμός τό “Ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας”»12. Ὄντως συγκλονίζει τόν ἄνθρωπο ἡ θεία Λειτουργία καί τόν γαληνεύει, γιατί ἀκριβῶς ἱερουργεῖται σ’ αὐτήν τό μυστήριο τῆς εἰρήνης, τῆς ζωῆς καί τῆς σωτηρίας.

Γιατί τό “Ἄνω σχῶμεν τάς καρδίας” κατανοεῖται ὡς μέθεξη στήν οὐράνια Λειτουργία13, χωρίς καμιά τοπική μετάσταση καί φυγή ἀπό τό ἱστορικό γίγνεσθαι. Πιστεύεις ὅτι σ’ αὐτήν «ὑπάρχει ζωή γιατί γεννιέσαι ἀκατάπαυστα. Ἔρχεσαι ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη. Πιστεύεις ὅτι ὑπάρχει Θεός γιατί σέ κρατᾶ στά ζωντανά Του χέρια. Σέ δημιουργεῖ, σέ πλάθει. Αὐτός “ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι ἡμᾶς παρήγαγε ” καί μᾶς παράγει, γιατί ἡ δωρεά τῆς χάριτός Του εἶναι σημαντικώτερο γεγονός καί μεγαλύτερη ἔκπληξη ἀπ’ ὅ,τι ἡ ἀρχική ἐκ τοῦ μή ὄντος εἰς τό εἶναι παραγωγή»14.

Δέν εἶναι μάλιστα τυχαῖο ὅτι καί οἱ τρεῖς Ἀναφορές τῶν τιμωμένων σήμερα Ἱεραρχῶν ξεκινοῦν τήν περιγραφή τοῦ μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας μέ τήν ἀπό τόν Τριαδικό Θεό δημιουργία τοῦ κόσμου καί τήν συμπαντική δοξολογία Του. «Ἐποίησάς με ἄνθρωπον ὡς φιλάνθρωπος – γράφει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος – οὐκ ὄντα με, δι’ εὐσπλαγχνίαν παρήγαγες, οὐρανόν μοι πρός ὄροφον ἔστησας, γῆ μοι πρός βάσιν κατέπηξας . δι’ ἐμέ θάλασσαν ἐχαλίνωσας, δι’ ἐμέ τήν φύσιν τῶν ζώων ἀνέδειξας»15. «Πᾶσα κτίσις λογική τε καί νοερά δυναμουμένη, σοί λατρεύει καί σοί τήν ἀΐδιον ἀναπέμπει δοξολογίαν, ὅτι τά σύμπαντα δοῦλα σά»16 λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος.

Ἀκολουθεῖ ἡ ἀναφορά στό γεγονός τῆς πτώσης, ἀλλά καί στήν «ἐκ παλιγγενεσίας – πάλι κατά τόν Μέγα Βασίλειο – σωτηρίαν, τήν ἐν τῷ Χριστῷ»17, τό μυστήριο τῆς ἐνανθρωπήσεως δηλαδή, προέκταση τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ θεία Λειτουργία18 καί εἰκόνα τῆς τοῦ Σωτῆρος πολιτείας19. «Ταύτης μου τῆς ἐλευθερίας προσφέρω σοι τά σύμβολα . - ἐπισημαίνεται στήν Ἀναφορά τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου λίγο πρίν ἀπό τήν ἐκφώνηση τῶν ἱδρυτικῶν λόγων – τοῖς ρήμασί σου ἐπιγράφω τά πράγματα . σύ μοι τήν μυστικήν ταύτην λειτουργίαν παρέδωκας . τῆς σῆς σαρκός ἐν ἄρτῳ μοι καί οἴνῳ παρέσχες τήν μέθεξιν»20.

Τά σύμβολα τῆς ἐλευθερίας ἐδῶ εἶναι τό ψωμί καί τό κρασί, ὄχι ὡς ψιλός ἄρτος, ἀλλά ὅπως σημειώνει ὁ ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλος «αὐτό τοῦ Δεσπότου τό πανάγιον σῶμα … καί ὁ οἶνος αὐτό τό αἷμα … τοῦτο τό σῶμα, τοῦτο τό αἷμα τό συστάν ἐν Πνεύματος ἁγίου, τό γεννηθέν ἀπό τῆς μακαρίας Παρθένου, τό ταφέν, τό ἀναστάν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, τό ἀνελθόν εἰς οὐρανούς καί καθεζόμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός»21.

Ἡ ἐπίκληση πού ἀκολουθεῖ τοῦ ἁγίου Πνεύματος γιά τόν ἁγιασμό τῶν δώρων, ἀλλά καί τῶν πιστῶν μέ τή μετοχή των στή θεία Εὐχαριστία, ἀποκαλύπτει τή σημασία τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή ζωή μας, ἀλλά μαρτυρεῖ καί τήν ἐν τῇ θείᾳ Εὐχαριστίᾳ πρόγευση «τῶν ἐσχάτων ἡμερῶν»22. Τό λέει καθαρά καί ὁ ἱερός Χρυσόστομος στήν Ἀναφορά του ὅτι ὁ καθαγιασμός τῶν τιμίων δώρων ἀποβλέπει «εἰς νῆψιν ψυχῆς, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς κοινωνίαν τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος, εἰς βασιλείας οὐρανῶν πλήρωμα». Ἡ Ἀνάμνηση λοιπόν ἀφορᾶ ὁλόκληρη τήν ἱστορία τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, τή δημιουργία, τήν ἐν Χριστῷ ἀναδημιουργία, καί τήν κληρονομία «τῆς ἐκεῖ βασιλείας»23.

Κορυφαία πράξη τῆς θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ θεία Εὐχαριστία, ἡ μετοχή στό ποτήριο τῆς ζωῆς, «ἵνα κοινωνίαν ἔχωμεν μετ’ αὐτοῦ»24, δηλαδή τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ. Ἡ πρώτη τράπεζα τοῦ βιβλικοῦ λόγου καί τοῦ κηρύγματος ὁλοκληροῦται στήν τράπεζα τῆς ἀναίμακτης ἱερουργίας, κατά τό «κράσις ποτοῦ τε καί λόγου εὐχαριστία κέκληται»25. Μέ τή μετοχή του «ὁ πιστός στή θεία Λειτουργία καί προσερχόμενος στή θεία Εὐχαριστία ζεῖ τό μοναδικό καί αἰώνιο γεγονός τῆς ἐν Χριστῷ ἀνακαινίσεώς του. Χωρίς νά παύει νά βρίσκεται μέσα στό χρόνο, μετέχει στήν αἰωνιότητα»26.

Ἔτσι, ὁ λειτουργημένος ἄνθρωπος, ὁ εὐχαριστιακός ἄνθρωπος γίνεται ἡ ζύμη πού ζυμώνει τό φύραμα τοῦ κόσμου καί τῆς κοινωνίας. Γίνεται φῶς γιατί ἡ Εὐχαριστία εἶναι φῶς. Γίνεται πρότυπο εἰρήνης γιατί ἡ θεία Λειτουργία, ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικά ὁ ἱερός Χρυσόστομος εἶναι τό μυστήριο τῆς εἰρήνης τῆς καταλλαγῆς καί τῆς συμφιλίωσης27. Λειτουργεῖ μέσα στήν Ἐκκλησία καί τήν κοινωνία ἑνωτικά γιατί ἐμπνέεται ἀπό τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν ἐμπειρία τῆς ἀγάπης πού δέν τοῦ ἐπιτρέπει νά δρᾶ ἐγωκεντρικά. Ἡ ἔννοια τοῦ πληρώματος καί τοῦ σώματος εἶναι πολλή δυνατή στή θεία Λειτουργία .«Τί γάρ ἐστιν ὁ ἄρτος;» λέγει πάλι ὁ ἱερός Χρυσόστομος . καί ἀπαντᾶ .«σῶμα Χριστοῦ». «Τί δέ γίνονται οἱ μεταλαμβάνοντες; σῶμα Χριστοῦ . οὐχί σώματα πολλά ἀλλά σῶμα ἕν»28.

Ἀκόμη καί τό ἔργο τῆς κοινωνικῆς διακονίας καί φιλανθρωπίας ἀποτελεῖ προέκταση τῆς λατρευτικῆς ἐμπειρίας καί τῆς εὐχραιστιακῆς ἐνόρασης τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου. Ἕνα ἔργο μέ παγκόσμιες διαστάσεις, ὅπως εἶναι ἡ Λειτουργία, ἀφοῦ προσφέρεται «ὑπέρ τῆς οἰκουμένης», δέν μπορεῖ παρά νά ἐνδιαφέρεται γιά ὅ,τι ἀφορᾶ καί συντηρεῖ τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο. Ἡ εὐκρασία τῶν ἀέρων π.χ. καί γενικώτερα τό περιβάλλον, ὁ ἁγιασμός τοῦ χρόνου, ἡ πληρότητα τῆς χαρᾶς καί τῆς εὐφροσύνης στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, ἡ εὐστάθεια τοῦ κόσμου, ἡ ὑγεία καί σωτηρία τῶν νοσούντων, ἡ ἄνεση τῶν ἐξορίστων, ἡ προστασία τῆς χήρας, τοῦ ὀρφανοῦ καί τοῦ ξένου, ἡ παιδαγωγία τῆς νεότητος, ὁ στηριγμός τοῦ γήρατος, ἡ παραμυθία τῶν ὀλιγοψύχων, ἡ ἐπιστροφή τῶν ἐσκορπισμένων καί τῶν πλανεμένων καί τόσα ἄλλα ἀπαριθμοῦνται στά κείμενα τῶν Ἀναφορῶν τῶν τιμωμένων σήμερα Πατέρων καί διδασκάλων29.

Παναγιώτατε,

Ἡ θεία Εὐχαριστία, ὅπως τήν παρέδωσε ὁ Κύριος, καί κατέγραψαν τό κείμενό της οἱ Τρεῖς Ἱεράρχες, «πᾶσαν πληροῖ τήν πνευματικήν καί ὑπερφυᾶ οἰκονομίαν τῆς τοῦ Θεοῦ σαρκώσεως»30. Παροντοποιεῖ διηνεκῶς στήν Ἐκκλησία τό μυστήριο τοῦ σταυροῦ, τοῦ τάφου, τῆς τριημέρου ἀναστάσεως, τῆς εἰς οὐρανούς ἀναβάσεως, τῆς δευτέρας καί ἐνδόξου πάλιν παρουσίας. Ἀποτελεῖ δηλαδή ἀνάμνηση ὅλου τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας καί τόπο τῆς κοινῆς ἐνέργειας τῶν τριῶν προσώπων τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, μέ σκοπό τόν ἁγιασμό, τήν κοινωνία μέ τό Χριστό, τήν πρόγευση τῆς βασιλείας, τή σωτηρία καί τή θέωση τοῦ ἀνθρώπου31. Τά ἐπί μέρους δέ ἐναλλασσόμενα στοιχεῖα πού τήν ἀπαρτίζουν μέ κύριους ἄξονες τή «μικρή» καί τή «μεγάλη» εἴσοδο αὐξάνουν στόν πιστό τήν προσοχή καί τή μέθεξη. Αὐτός ὅμως, γράφει ὁ Παῦλος Εὐδοκίμοφ, πού γνωρίζει νά «εἰσέλθη» καί νά «ἐξέλθη» ἐπάξια, ὁ λειτουργημένος δηλαδή ἄνθρωπος, «εἶναι ἱκανός νά κρατήση στά χέρια του τήν μοῖρα του καί τήν μοῖρα τοῦ κόσμου»32.

Ἀμήν.

1 Πρῶτο τροπάριο – Κάθισμα μετά τόν Πολυέλεο - Ἐκλογή τοῦ Ὄρθρου τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.

2 Τέταρτο τροπάριο τῶν Αἴνων τοῦ Ὄρθρου τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.

3 Δεύτερο τροπάριο τῶν Αἴνων τοῦ Ὄρθρου τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.

4 Τρίτο τροπάριο τῶν Αἴνων τοῦ Ὄρθρου τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.

5 Μεγάλου Βασιλείου, Περί ἁγίου Πνεύματος ΚΘ΄ (71), ΒΕΠΕΣ 52, 292.

6 Βλ. Δημητρίου Β. Τζέρπου ( Πρωτ.), «Ἡ συμβολή τῶν Μεγάλων Πατέρων στή διαμόρφωση τῆς Χριστιανικῆς Λατρείας κατά τούς Δ΄ καί Ε΄αἰῶνες – Ἡ περίπτωση τοῦ Μ. Βασιλείου», ἐν Πρόσωπα καί Σταθμοί, ὁρόσημα στή διαμόρφωση τῆς θείας Λατρείας. Πρακτικά ΙΒ΄ Πανελληνίου Λειτουργικοῦ Συμποσίου Στελεχῶν Ἱερῶν Μητροπόλεων, Βόλος, 27-29 Σεπτεμβρίου 2010, Ἀθῆναι 2014, σσ. 209-217.

7 Μεγάλου Βασιλείου, Κεφάλαια τῶν ὅρων τῶν κατ’ Ἐπιτομήν, σλ΄, PG 31, 1236B.

8 Ἀρχιμανδρίτου ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ (Σαχάρωφ), Ὀψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστι, Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1992, σ. 363.

9 Α’ Κορ. 11, 23-26 . Μάρκ. 14, 22-25 . Ματθ. 26, 26-29 . Λουκ. 22, 14-20.

10 Ἀλεξάνδρου Σμέμαν (Πρωτοπρεσβυτέρου), Λειτουργία καί ζωή (Μελετήματα Θεολογίας καί Ἀγωγῆς/1), ἐκδ. «Ἁρμός», Ἀθήνα 22008, σ.62.

11 Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, «Ἡ θεία Λειτουργία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου», ἐν Ἐφημέριος, Ἰανουάριος 2012, σ.9.

12 Κωστῆ Παλαμᾶ, Ὁ κύκλος τῶν Τετράστιχων, 34. Βλ. καί Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, «Ἡ τελεσιουργία τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας. Λειτουργικοί τύποι τῆς Ἀνατολῆς», ἐν Ἡ θεία Εὐχαριστία, Εἰσηγήσεις – Πορίσματα Ἱερατικοῦ Συνεδρίου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Δράμας ἔτους 2003, Δράμα 2003, σσ.29-49.

13 Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, Λειτουργικές Μελέτες ΙΙ, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαονίκη 2006, σ. 196.

14 Ἀρχιμ. Βασιλείου, Εἰσοδικόν. Στοιχεῖα λειτουργικῆς βιώσεως τοῦ μυστηρίου τῆς ἑνότητος μέσα στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα, Ἅγιον Ὄρος 1978, σ. 89.

15 Ἀπό τήν Ἀναφορά, βλ. Ἡ θεία Λειτουργία τοῦ ἐν ἁγίοις πατρός ἡμῶν Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Εἰσαγωγή – Κείμενον ὑπό Κωνσταντίνου Παπαγιάννη (Πρωτοπρεσβυτέρου), Θεσσαλονίκη 2010, σ. 29.

16 Ἀναφορά Μεγάλου Βασιλείου.

17 Ἀναφορά Μεγάλου Βασιλείου.

18 Νικολάου Καβάσιλα, Εἰς τήν θείαν Λειτουργίαν, ΙΒ΄, SC 4bis, 104(10) = PG 150, 392D. Βλ. καί Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, «Ἡ θεία Λειτουργία: Συγκεφαλαίωση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας», ἐν Ἱστορία, Θεολογία καί γλώσσα τῆς θείας Λειτουργίας, Εἰσηγήσεις τοῦ Ἐτησίου Θεολογικοῦ Συνεδρίου τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Ἠλείας 2011, Πύργος 2011, σ. 51. Τό ἴδιο καί στό: «Ἱερουργοί καί Φιλοθεάμονες», Κεφάλαια ἱστορίας καί θεολογίας τῆς Λατρείας [Λειτουργικά καί Ὑμνολογικά Παράλληλα -1], ἐκδ. Δέσποινα Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2014, σσ. 525-562.

19 Νικολάου Καβάσιλα, ὅ.π., Α΄, SC 4bis, 62(7) = PG 150, 372B.

20 Ὅ.π., σ. 31.

21 Νικολάου Καβάσιλα, ὅ.π., ΚΖ΄, SC 4bis, 174-176 (= PG 150, 425CD).

22 Πράξ. 2,18. Βλ. καί Μητροπολίτου Περγάμου Ἰωάννου, Εὑχαριστίας Ἐξεμπλάριον, ἐκδ. «Εὐεργέτις», Μέγαρα 2006, σσ.155-244.

23 Νικολάου Καβάσιλα, ὅ.π., ΜΘ΄, SC 4bis, 284(21) = PG 150, 480C.

24 Συμεών Θεσσαλονίκης, Διάλογος…, ΞΗ΄, PG 155, 233C.

25 Κλήμεντος Ἀλεξανδρέως, «Πῶς τῷ ποτῷ προσενεκτέον», ἐν Ὁ Παιδαγωγός, Λόγοι Β΄ καί Γ΄, Κείμενο – Μετάφραση – Σχόλια ἀπό τόν Παναγιώτη Κ. Χρήστου, ΕΠΕ 113, Πατερικάς Ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς», Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 44-45.

26 Γεωργίου Ι. Μαντζαρίδη, Χρόνος καί ἄνθρωπος, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 146.

27 Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, «Ἱερουργοί καί Φιλοθεάμονες». Κεφάλαια Ἱστορίας καί Θεολογίας τῆς Λατρείας, ἐκδ. Δέσποινα Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2014, σσ. 617-637.

28 Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὑπόθεσις τῆς πρός Κορινθίους πρώτης Ἐπιστολῆς, ΚΔ΄, PG 61, 200B.

29 Βλ. Ἀναφορά Μεγάλου Βασιλείου καί Γρηγορίου Θεολόγου. Βλ. καί π. Βασιλείου Ἰ. Καλλιακμάνη, «Ἡ Ἀναφορά τῆς Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, Lex orandi – Lex credenda – Lex vivendi” , ἐν …………….σσ. 521-528.

30 Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἐπιστολή Πέτρου Μανσούρ πρός Ζαχαρίαν περί τοῦ ἀχράντου σώματος οὗ μεταλαμβάνομεν, PG 95, 408.

31 Βλ. Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ, «Ἡ θεία Λειτουργία: Συγκεφαλαίωση τοῦ μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας», ἐν Ἱστορία, Θεολογία καί γλώσσα τῆς θείας Λειτουργίας…, σσ. 71-72. Τό ἴδιο καί στό «Ἱερουργοί καί Φιλοθεάμονες». Κεφάλαια ἱστορίας καί θεολογίας τῆς Λατρείας, σ. 561.

32 Παύλου Εὐδοκίμοφ, Ἡ Ὀρθοδοξία, ἐκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1973, σ. 327.