Πορίσματα διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου «Αγία Γραφή και Ορθόδοξη Λατρεία»

Του καθ. Παναγιώτη Ι. Σκαλτσή

Με τη χάρη του Θεού και τη συνδρομή όλων, εισηγητών και συνέδρων, ολοκληρώθηκαν οι εργασίες του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου με θέμα: «Αγία Γραφή και Ορθόδοξη Λατρεία» που συνδιοργάνωσαν το Τμήμα Θεολογίας και η Ειδική Συνοδική Επιτροπή Λειτουργικής Αναγεννήσεως, υπό την αιγίδα της Κοσμητείας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ.

Κατά το διήμερο, Πέμπτη και Παρασκευή, 18 και 19 του μηνός Φεβρουαρίου 2016, στην αίθουσα της Ι. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης και στο Α΄ Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής έγιναν είκοσι (20) εισηγήσεις Βιβλικού και Λειτουργικού περιεχομένου, με στόχο να αναδειχθεί η βαθιά σχέση μεταξύ Αγίας Γραφής και θείας Λατρείας.

Το μήνυμα της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, ανέγνωσε ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κ. Άνθιμος, και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ανέγνωσε ο Σεβ. Μητροπολίτης Κασσανδρείας κ. Νικόδημος. Εν συνεχεία, χαιρετισμούς απηύθυναν ο Κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ. κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, και οι Πρόεδροι των δύο Τμημάτων, Παναγιώτης Ι. Σκαλτσής και Κωνσταντίνος Κ. Χρήστου. Χαιρετισμό απηύθυνε επίσης ο Γενικός Διευθυντής της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας κ. Μιχαήλ Χατζηγιάννης.

Η πρώτη συνεδρία, της οποίας προήδρευσε ο Σεβ. Μητροπολίτης Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως κ. Βαρνάβας, ολοκληρώθηκε με τον χαιρετισμό και την εναρκτήρια εισήγηση του Σεβ. Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ, Προέδρου της Ειδικής Συνοδικής Επιτροπής, Λειτουργικής Αναγεννήσεως, ο οποίος μίλησε με θέμα: «Το Βιβλικό υπόβαθρο της θείας Λατρείας». Μεταξύ των άλλων ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στην Αγία Γραφή ως μαρτυρία του Θεού και στη σχέση της με τη θεία Λατρεία. Ειδικότερα, παρουσίασε το πώς ο λόγος του Θεού μέσω των Ακολουθιών, των Μυστηρίων και των Εορτών, αρδεύει την ευσέβεια των πιστών. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, κατέληξε, μπορεί να χαρακτηρισθεί οικονόμος του θείου Λόγου (Αγία Γραφή) και των ιερών Μυστηρίων (Λατρεία του Θεού).

Κατά τη δεύτερη συνεδρία που έγινε το απόγευμα της Πέμπτης, 18 Φεβρουαρίου 2016, υπό την Προεδρία του Σεβ. Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού, πρώτος μίλησε ο Ομότιμος Καθηγητής κ. Πέτρος Βασιλειάδης, με θέμα: «Από τον επαναστατικό δυναμισμό στον δοξολογικό λειτουργισμό: Η βιβλική κατανόηση της Λατρείας». Ο ομιλητής υποστήριξε ότι το μυστήριο της Εκκλησίας βιώνεται αυθεντικά στη λατρευτική της ζωή και μέσω αυτής οι πιστοί οδηγούνται στην – προληπτική έστω – μέθεξη της ουράνιας βασιλείας. Απαιτείται, ως εκ τούτου, επακριβής προσδιορισμός της φύσεως και του χαρακτήρα της Ορθόδοξης Λατρείας, θέμα το οποίο ανέπτυξε αναφερόμενος στην εξέλιξή της από τον αρχικό επαναστατικό δυναμισμό των βιβλικών κειμένων, το οποίο συνοψίζει το «κυριακό» και προφητικό λόγιο «έλεος θέλω και ου θυσίαν», στον μεταγενέστερο δοξολογικό «λειτουργισμό», που και αυτός όμως έχει αρχαία χριστιανική αναφορά με την παράλληλη προς την ιεραποστολική και ηθική έννοια της Λατρείας και την εσχατολογική της κατανόηση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σταδιακή περιθωριοποίηση της ιεραποστολικής προοπτικής, αλλά και της παραδοσιακής βιβλικής κατανόησης της Λατρείας προς όφελος μιας περισσότερο υψιπετούς θεολογικά και δοξολογικής εκφραστικά λειτουργικής νοοτροπίας. Αποτελεί, για το λόγο αυτό, τιμή για τη νεότερη Ορθόδοξη θεολογία η εκ νέου έμφαση στην ξεχασμένη για αιώνες ιεραποστολική ευθύνη της Εκκλησίας με την υπενθύμιση της «Λειτουργίας μετά τη λειτουργία».

Ακολούθησε η εισήγηση του Καθηγητή και Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής κ. Μιλτιάδη Κωνσταντίνου με θέμα: «Το ζήτημα της μετάφρασης των λειτουργικών αναγνωσμάτων από την Παλαιά Διαθήκη». Τα βιβλικά αναγνώσματα, τόνισε ο εισηγητής, διαβάζονται κατά τη διάρκεια των ιερών ακολουθιών όχι για δοξολογικούς σκοπούς αλλά για καθαρά διδακτικούς. Στόχος τους δεν είναι να υμνήσουν τον Θεό, αλλά να διδάξουν στο πλήρωμα της Εκκλησίας το θέλημα του Θεού. Για να εκπληρώσουν όμως το σκοπό τους αυτό τα βιβλικά αναγνώσματα πρέπει να είναι κατανοητά. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα αναγνώσματα από την Παλαιά Διαθήκη, που δεν είναι γραμμένα πρωτοτύπως στα ελληνικά και διαβάζονται από μία μετάφραση που είναι σε πολλά σημεία ακατανόητη ακόμη και από τους εγκρατείς γνώστες της γλώσσας που μιλούσαν οι Ιουδαίοι της Αλεξάνδρειας. Στον βαθμό, λοιπόν, που, όπως αποδείχτηκε παραπάνω, τίποτε δεν υποχρεώνει σήμερα την Ορθόδοξη Εκκλησία να ταχθεί υπέρ μιας συγκεκριμένης μορφής κειμένου, οφείλει αυτή να προχωρήσει στην υιοθέτηση της πρακτικής της αρχαίας Εκκλησίας και να εισάγει στη Λατρεία μεταφρασμένα κείμενα της Γραφής προς οικοδομή του πληρώματός της. Για τον σκοπό αυτό θα πρέπει ασφαλώς να προηγηθεί συστηματική διαφώτιση του πληρώματος, ώστε να αποφευχθούν τυχόν αντιδράσεις που οφείλονται σε άγνοια των πραγμάτων ή σε ειδωλολατρική προσκόλληση σε παγιωμένες συνήθειες που καμιά σχέση δεν έχουν με τον σκοπό της αληθινής Λατρείας.

Τρίτος ομιλητής ήταν ο Καθηγητής και Πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας κ. Παναγιώτης Ι. Σκαλτσής, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Ψαλμικά πρότυπα στη θεία Λατρεία: Το παράδειγμα του Ἄρατε Πύλας…» και των Αναβαθμών». Ειδικότερα αναφέρθηκε στη σύνδεση του ψαλμού 23, στίχοι 7-10, με τα Εγκαίνια, τη θεία Λειτουργία, και τις εορτές Πάσχα και Αναλήψεως. Ως προς τους Αναβαθμούς του Όρθρου που ψάλλονται ασματικά, με βάση την οκταηχία, πριν το Ευαγγέλιο, έγινε αναφορά στη σχέση των με τους Αναβαθμούς του Ψαλτηρίου, των οποίων αποτελούν ποιητική επεξεργασία. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στη δομή και διαίρεση των ύμνων, τον τρόπο ψαλμωδίας των και τη θεολογική των ερμηνεία, όπως διαφαίνεται στη νέα Κλίμακα του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.

Ακολούθως μίλησε ο ηγούμενος της Ι. Μονής Balamand και Καθηγητής της εκεί Θεολογικής Σχολής π. Ιάκωβος Χαλίλ, με θέμα: «Η ερμηνεία και η μετάφραση της φράσης ‘Αὕτη ἡ κλητή καί ἁγία ἡμέρα’ του ειρμού της Η΄ ωδής του κανόνος του Πάσχα επί τη βάσει του Βιβλικού του υπόβαθρου». Η εισήγηση περιστράφηκε γύρω από την ορθή ερμηνεία και μετάφραση του εκ πρώτης όψεως ασαφή όρου «κλητή αγία» στον ειρμό της Η΄ ωδής του κανόνα του Πάσχα. Ο π. Ιάκωβος επέστησε την προσοχή στο ότι η εξέταση του ζητήματος πρέπει να ανατρέξει πρωτίστως στην γλώσσα της μετάφρασης των Ο΄. Στην ανάλυσή του βρίσκει τη λύση στο γεγονός της εγκαθιδρύσεως του Πάσχα, ειδικά στους στίχους Εξ.12:14-16, όπου ο Θεός διατάσσει να γίνει Μικρά Κοντές, δηλ. «κλητή αγία», την πρώτη και την έβδομη ημέρα των αζύμων. Ακολούθησε ενδιαφέρουσα συζήτηση επί όλων των εισηγήσεων.

Στην επόμενη, τρίτη κατά σειράν συνεδρία, προήδρευσε ο Κοσμήτορας, Καθηγητής κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου. Πρώτος εισηγητής ήταν ο Ομότιμος Καθηγητής κ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Τα καινοδιαθηκικά αναγνώσματα στο μυστήριο του Ευχελαίου». Παρουσίασε τους λόγους για τους οποίους επελέγησαν οι επτά Αποστολικές και οι επτά Ευαγγελικές περικοπές. Αναφέρθηκε επίσης στο σχετικό με το Ευχέλαιο άγραφο λόγιο «Ὁσάκις ἄν πέσῃς ἔγειρε καί σωθήσῃ» που ο ίδιος ο εισηγητής εντόπισε για πρώτη φορά διεθνώς.

Ο π. Ιωάννης Σκιαδαρέσης, εν συνεχεία ανέπτυξε το θέμα «Ύμνοι της Καινής Διαθήκης». Με δεδομένο α) ότι η Εκκλησία μας πρώτα ελάτρευσε και κατόπιν συμπλήρωσε τα κείμενά της και β) ότι το υμνικό υλικό της Καινής Διαθήκης είναι το αρχαιότερο υλικό της Καινής Διαθήκης, αναζητώνται ύμνοι μέσα σ΄αυτά. Πέραν της μαρτυρίας της ίδιας της Καινής Διαθήκης για ανάγκη απόδοσης ψαλμών, ύμνων και ωδών πνευματικών στον αναστάντα Χριστό, η διεθνής έρευνα υπέδειξε, με βάση μορφολογικά κριτήρια, αλλά κυρίως περιεχομένου, τεμάχια που χαρακτηρίζονται ως πρώιμοι Χριστολογικοί ύμνοι. Ως παραδείγματα αναφέρονται τα τεμάχια: Φιλ. 2,6-11, Κολ. 1, 15-20, κ.ά. Ακολούθως ο π. Ιωάννης ανέλυσε ένα παράδειγμα Χριστολογικού ύμνου, τον Πρόλογο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, υποστηρίξας ότι σ΄ αυτόν συναντάμε τα θέματα που συναντάμε και στους υπόλοιπους Χριστολογικούς ύμνους, δηλαδή: προΰπαρξη του Λόγου (συνδημιουργία), σάρκωση, λύτρωση-ανύψωση-προσκύνηση από την λατρεύουσα καινότητα. Το συμπέρασμα είναι ότι η πρώτη Εκκλησία υμνογραφούσε όχι αυτοσχεδιάζοντας αλλά ακολουθούσα αυστηρά κοινή θεματική, όπως έκανε και στην περίπτωση του κηρύγματος όπως αποδεικνύουν οι λόγοι των Πράξεων των Αποστόλων που έχουν λίγο ως πολύ κοινή θεματική.

Με θέμα «Αι Ωδαί στη λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας» μίλησε ακολούθως ο Αναπλ. Καθηγητής π. Νικόδημος Σκρέττας. Οι ωδές, τόνισε, ποιητικά αποτμήματα από τα ιστορικά και προφητικά βιβλία της Αγίας Γραφής, επελέγησαν από την Εκκλησία, για να χρησιμοποιηθούν στην ακολουθία του Όρθρου. Είναι εννέα στον αριθμό και η κατά στίχο αντιφωνική ψαλμώδησή τους, μετά από δαιδαλώδεις εξελίξεις, συγκρότησε το δυναμικότερο στοιχείο της ορθρινής ακολουθίας, τα ποιητικά-υμνογραφικά συστήματα-σύνολα των κανόνων. Δια των ωδών και των κανόνων, θεόσοφα η Εκκλησία και οι άγιοι Πατέρες συνέθεσαν και συνεβίβασαν Παλαιά και Καινή Διαθήκη και ανέδειξαν την αρραγή ενότητά τους στη διδασκαλία και τη Λατρεία του Νέου Λαού του Θεού. Και αυτή η συνεδρία ολοκληρώθηκε με απαντήσεις σε ενδιαφέρουσες επί των εισηγήσεων ερωτήσεις.

Την Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016, οι εργασίες του συνεδρίου συνεχίστηκαν στο Α΄ Αμφιθέατρο της Θεολογικής Σχολής. Με προεδρεύοντα τον Καθηγητή και Πρόεδρο του Τμήματος Θεολογίας κ. Παναγιώτη Ι. Σκαλτσή, πρώτος μίλησε o Αναπλ. Καθηγητής κ. Αθανάσιος Παπαρνάκης. Η θεομητορική τυπολογία, κατά τον ομιλητή, αναπτύχθηκε ως φυσική ερμηνευτική και θεολογική συνέχεια της χριστολογικής τυπολογίας. Εντάχθηκε ουσιαστικά και λειτουργικά στην περί Θεοτόκου δογματική διδασκαλία της πρώτης Εκκλησίας, η οποία υπήρξε ο καρπός της θεολογικής ανάλυσης και ερμηνείας αποστολικής ομολογίας περί της ενανθρωπήσεως του Θεού και Λόγου του Θεού στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Η Λατρεία της Εκκλησίας ως φυσική δεξαμενή υποδοχής όλων των ερμηνευτικών, θεολογικών και ιστορικών ζυμώσεων της εκκλησιαστικής ζωής υιοθέτησε, ανέδειξε και παγίωσε την θεολογική αξία της θεομητορικής τυπολογίας και την επέστρεψε πίσω στην δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας ως βασικό πυλώνα της περί Θεοτόκου πίστης και ομολογίας της με Ιδιαίτερη έμφαση στο αειπάρθενο αυτής.

Στη συνέχεια ανέπτυξε το θέμα του ο Ομότιμος Καθηγητής κ. Δημήτριος Καϊμάκης, με τίτλο: «Παλαιοδιαθηκικοί Θεολογικοί όροι στη θεία Λειτουργία». Με μία απλή ανάγνωση του κειμένου της θείας Λειτουργίας, τόνισε, διαπιστώνουμε πως ένα μεγάλο ποσοστό του λεξιλογίου που χρησιμοποιείται, προέρχεται από τον ιουδαϊκό κόσμο. Είναι προφανές ότι η Εκκλησία στη Λατρεία της προσδίδει στα στοιχεία αυτά καινούργιο νόημα. Ενδιαφέρον πάντως είναι να δει κανείς τη θεία Λειτουργία γνωρίζοντας το αντίστοιχο υλικό από την Π.Δ. και τον Ιουδαϊσμό. Με μία συστηματοποίηση του υλικού εξετάσαμε τα θέματα που σχετίζονται: Με την κατοικία της θεότητας, την επίγεια, δηλαδή, και την ουράνια βασιλεία του Θεού. 2. Έννοιες που συνδέονται με θεοφάνειες. 3. Το θέμα της δημιουργίας όπως αυτό παρουσιάζεται στην Π. Διαθήκη καθώς και 4. Την αγγελολογία της Π.Δ. Η εισήγηση κλείνει με την αναφορά πολλών ακόμη θεολογικών εννοιών που εμφανίζονται παράλληλα στην Π. Διαθήκη και στη θεία Λειτουργία.

Η Αναπλ. Καθηγήτρια κ. Κυριακούλα Παπαδημητρίου μίλησε στη συνέχεια με θέμα: «Η Λατρεία του Χριστού Κυρίου μέσα στα Παύλεια κείμενα». Τα κείμενα του απ. Παύλου, επεσήμανε, είναι τα πρώτα χρονολογικώς κείμενα της Κ.Δ., γι’ αυτό επιβάλλεται να αρχίσουμε τη μελέτη της Λατρείας του Χριστού ως Θεού και Θεανθρώπου από αυτά. Από το λεξιλόγιο της Λατρείας, που χρησιμοποιεί ο απόστολος, γίνεται σαφές ότι η λέξη-κλειδί είναι ο τίτλος Κύριος, που αποδίδεται στον Ιησού Χριστό, με τον οποίο τίτλο αναγνωρίζεται ως ο Θεός της εκκλησιαστικής κοινότητας. Για την καταγωγή της Λατρείας του Χριστού ως Κυρίου διατυπώθηκαν τρεις απόψεις: από το εθνικό περιβάλλον, από τον ιουδαϊκό μεσσιανισμό, από τους χριστιανούς μαθητές του Ιησού. Η άποψη στην οποία συγκλίνουν οι περισσότεροι ερευνητές συγκεράζει τα πιο τεκμηριωμένα στοιχεία των τριών αυτών απόψεων και καταλήγει στα εξής: Ο Ιησούς Χριστός λατρεύθηκε ως Κύριος μέσα στις πρώτες ιουδαιοχριστιανικές κοινότητες με βάση την ιουδαϊκή μεσσιανική παράδοση, την οποία όμως απέδωσε με το ελληνιστικό λεξιλόγιο των Ο΄ και το ελληνορωμαϊκό της εποχής τους. Ο απόστολος Παύλος παρέλαβε τη Λατρεία του Χριστού ως Κυρίου από την αρχέγονη Εκκλησία, καθώς και τον λόγο για τον οποίο αποδόθηκε αυτή η Λατρεία στον Ιησού: Ήταν η ανάσταση του Χριστού, η εκ νεκρών έγερσή του, η οποία σφράγισε τη Θεανθρώπινη ταυτότητά του μέσα στην Εκκλησία.

Στην εισήγηση του Επίκ. Καθηγητή π. Χρυσοστόμου Νάσση, «Το Κανόνιον ως ερμηνευτικό εργαλείο. Η περίπτωση των Κυριακών Β΄- Ζ΄ του Ματθαίου κατά το Εκλογάδιον Κων/πόλεως», έγινε προσπάθεια αποκωδικοποιήσεως της εσωτερικής λογικής της διαμορφώσεως του προγράμματος αναγνώσεως συγκεκριμένων περικοπών του ευαγγελίου του Ματθαίου κατά τις Κυριακές του λειτουργικού έτους. Ο εισηγητής σημείωσε την ανάγκη διερεύνησης των λειτουργικών και αγιογραφικών πηγών, όπως το πολύ σημαντικό για τον καταρτισμό του Εκλογαδίου Codex Alenadrinus των αρχών του 5ου αι., για τη διεξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Αναφέρθηκε επίσης, δειγματοληπτικά, στις Κυριακές Β΄- Ζ΄ του Ματθαίου, για να παρουσιάσει την εσωτερική συνοχή του τμήματος αυτού των περικοπών του Κανονίου. Η συνεδρία ολοκληρώθηκε με γόνιμο διάλογο.

Στη δεύτερη συνεδρία που ακολούθησε προήδρευσε ο Ομότιμος Καθηγητής κ. Ιωάννης Καραβιδόπουλος. Πρώτος εισηγητής ήταν ο Καθηγητής π. Βασίλειος Καλλιακμάνης, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Το Μυστήριο της Κένωσης του Λόγου στην Ευχολογική Παράδοση της Εκκλησίας». Η κένωση του Λόγου, τόνισε, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θεία δόξα και την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσης. Οι ανθρωπολογικές συνέπειες της κένωσης είναι κεντρικής σημασίας για τους λειτουργούς και το λαό του Θεού. Αυτό συμβαίνει αφενός επειδή η πρόοδος στην ταπείνωση φέρνει την προσευχή εγγύτερα και ταχύτερα στο Θεό, αφετέρου εξαιτίας της άρρητης δόξας στην οποία τελείται η θεία Λειτουργία.

Ακολούθησε η εισήγηση του Επίκ. Καθηγητή κ. Τρύφωνος Τσομπάνη, με θέμα: «Αγία Γραφή, Λατρεία και Αισθητική». Στην αρχαία και Χριστιανική παράδοση, επεσήμανε ο εισηγητής, το κάλλος έχει οντολογικό περιεχόμενο και χαρακτηρίζει τον τρόπο με τον οποίο τα πράγματα αληθεύουν. Έρχεται δε να μας αποκαλύψει μια άλλη αθάνατη και ουράνια πραγματικότητα, που είναι μετοχή στο κάλλος του Θεού και των αγίων Του. Όλες οι τέχνες είναι εξ ορισμού λειτουργικές, γιατί προϋποθέτουν ένα πλαίσιο Λατρείας και πίστης για να αναπτυχθούν, η δε Αγία Γραφή συμβάλλει με τον δικό της τρόπο στην βιωματική μετοχή στον λόγο του Κυρίου. Το ζήτημα του κάλλους και της αισθητικής επομένως, είναι ζήτημα του πώς ο πιστός μετέχει στην ουράνια ομορφιά μέσω της Λατρείας και των λειτουργικών τεχνών και κατά πόσο είναι ελεύθερος να αποδεχτεί τις δωρεές του Θεού και να τις αντιπροσφέρει λειτουργικά στον Δημιουργό του, ιχνηλατώντας στα βήματα των προφητών και των αγίων της Εκκλησίας μας.

Η επόμενη εισήγηση έγινε από την Καθηγήτρια κ. Άννα Κόλτσιου-Νικήτα, η οποία ανάπτυξε το θέμα: «Γλώσσα της Λατρείας και Νέες Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας. Μία καινοτόμος πρόταση διδασκαλίας». Η γλωσσική μορφή των κειμένων της Λατρείας στην ελληνόφωνη Ορθόδοξη Εκκλησία εμφανίζει μεγάλη ποικιλία και συναρτάται με τις συνθήκες γένεσης και την εξέλιξη του κάθε είδους αλλά και τη γλωσσική παιδεία του εκάστοτε δημιουργού. Η δυσκολία γλωσσικής προσέγγισης των πρωτότυπων κειμένων αφενός και αφετέρου η έλλειψη ενός γλωσσικού προγράμματος αφιερωμένου αποκλειστικά στα κείμενα αυτά και την ιδιαίτερη γλωσσική τους ταυτότητα υπήρξαν οι αιτίες που οδήγησαν στη δημιουργία ενός προγράμματος επιμόρφωσης εξ αποστάσεως στο πλαίσιο της δομής δια βίου εκπαίδευσης. Η καινοτομία της διδακτικής αυτής πρότασης έγκειται στο γεγονός ότι αυτή έγινε με την αξιοποίηση των μέσων που μας παρέχουν σήμερα οι Νέες τεχνολογίες καθώς και οι νέες τάσεις που εφαρμόζονται στον τρόπο μελέτης και γλωσσικής ανάλυσης των κειμένων. Πιο συγκεκριμένα: Το Πρόγραμμα γίνεται αποκλειστικά με εξ αποστάσεως διδασκαλία, ο διδακτικός σχεδιασμός στηρίζεται στις αρχές της εκπαίδευσης ενηλίκων και της εξ αποστάσεως διδασκαλίας και είναι προσανατολισμένο αποκλειστικά στα λειτουργικά κείμενα. Περιλαμβάνει γλωσσική ανάλυση και επεξεργασία των κειμένων και παράλληλη μελέτη σχετικών μεταφραστικών, λειτουργικών και ποιμαντικών ζητημάτων. Το Πρόγραμμα υλοποιήθηκε σε δύο κύκλους με πολύ ικανοποιητικά και ενθαρρυντικά αποτελέσματα.

Τελευταίος εισηγητής ήταν ο Αναπλ. Καθηγητής π. Κων/νος Καραϊσαρίδης, ο οποίος μίλησε με θέμα: «Το βιβλικό υπόβαθρο των Ακολουθιών Εσπερινού και Όρθρου». Ο εισηγητής κατέδειξε με συγκεκριμένες αναφορές το ποια και πόσα βιβλικά τεμάχια διανθίζουν την όλη τάξη και τελετουργία του Εσπερινού και του Όρθρου, που ήταν δύο από τους βασικούς προσευχητικούς σταθμούς του νυχθημέρου για τον Ναό των Ιεροσολύμων και την προσευχή της Ιουδαϊκής συναγωγής. Παρέμειναν, όπως έχει αποδειχθεί, στη συνέχεια και για την Λατρεία της Εκκλησίας, ιδιαίτερα τις εν τω κόσμω ενορίες, οι δυο βασικοί προσευχητικοί σταθμοί του εικοσιτετραώρου. Όπως μάλιστα τόνισε ο εισηγητής, το βιβλικό αυτό υλικό είναι δομικό στοιχείο αυτών των ακολουθιών και υπηρετεί ακόμη και σήμερα τους επιδιωκόμενους συμβολικούς, θεολογικούς και πνευματικούς στόχους των συγκεκριμένων ακολουθιών. Σε ορισμένες μάλιστα περιστάσεις υπάρχει άριστη αρμονία και αλληλοσυμπλήρωση μεταξύ των δυο πηγών του βιβλικού λόγου, δηλαδή της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης (το εωθινό αναστάσιμο Ευαγγέλιο και ο 50ος ψαλμός).

Στην τρίτη και τελευταία συνεδρία της Παρασκευής, 18 Φεβρουαρίου, προήδρευσε ο Ομότιμος Καθηγητής κ. Πέτρος Βασιλειάδης. Πρώτος μίλησε ο Καθηγητής κ. Γεώργιος Φίλιας, με θέμα: «Οι Μακαρισμοί και η Κυριακή Προσευχή στη Λατρεία». Οι Μακαρισμοί, τόνισε, εντάχθηκαν στη Λατρεία ως ευαγγελικά αναγνώσματα είτε του Όρθρου, είτε της θείας Λειτουργίας πλην Κυριακής. Εντάχθηκαν, επίσης, στην Ακολουθία των Τυπικών (μοναστική λειτουργική πράξη) αλλά και σε ορισμένες ακολουθίες του λειτουργικού έτους ή σε περιστατικές ακολουθίες. Λόγω του γεγονότος αυτού, οι Μακαρισμοί δεν ορίστηκαν ως ευαγγελικά αναγνώσματα Κυριακού. Η Κυριακή Προσευχή συνδέεται (σε ορισμένα σημεία) με την προσευχή της Π.Δ. αλλά περιέχει και τμήματα παντελώς πρωτότυπα. Περί τον 4ο αι. χρονολογούνται οι πρώτες μαρτυρίες εντάξεως της Κυριακής προσευχής στη θεία Λειτουργία, ως προετοιμασία για τη θεία Μετάληψη. Ενδιαφέρουσα είναι και η δημιουργία της «ευχής του εμβολισμού» πριν από τον επίλογο της Κυριακής προσευχής.

Δεύτερος εισηγητής ήταν ο Επίκ. Καθηγητής κ. Μόσχος Γκουτζιούδης, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Οι χώροι Λατρείας στην Καινή Διαθήκη». Στην εισήγηση χρησιμοποιήθηκαν διάφορες αναφορές της Καινής Διαθήκης σε λατρευτικούς χώρους σε συνδυασμό με αρχαιότητες της εποχής της προκειμένου να σχηματισθεί εικόνα για τους χώρους Λατρείας των πρώτων Χριστιανών. Αξιοποιήθηκε αρχαιολογικό υλικό από την Κόρινθο και την Έφεσο διότι μόνο σε αυτές τις περιοχές έχουν διασωθεί σχετικά δείγματα. Σκοπός της εισήγησης ήταν να φανερωθεί ότι οι πρώτες συναθροίσεις των χριστιανικών κοινοτήτων δεν πραγματοποιούνταν αποκλειστικά σε οικίες των μελών τους αλλά και σε διάφορους άλλους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους.

Η Καθηγήτρια κ. Δήμητρα Κούκουρα στη συνέχεια εισηγήθηκε το θέμα: «Ο λόγος του Θεού και το λειτουργικό κήρυγμα». Πρώτα αναφέρθηκε στα είδη του κηρύγματος στην Καινή Διαθήκη (κήρυγμα στους Ιουδαίους και στα έθνη) και ακολούθως μίλησε για τη χριστιανική ομιλία ως νέο γραμματειακό είδος, αλλά και στις ερμηνευτικές ομιλίες του 4ου μ.Χ. αι. Το κήρυγμα στη Λειτουργία τόνισε εμπνέεται από τη Γραφή την οποίαν και ερμηνεύει. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στην αποκωδικοποίηση και την πρόσληψη του μηνύματος, στον κήρυκα και τους ακροατές, στις δυσκολίες για τη μετάδοση του Ευαγγελίου και κατέληξε ότι η κατανόηση του Ευαγγελίου προϋποθέτει το φως του Χριστού και τη νίκη κατά των παθών.

Προτελευταίος εισηγητής ήταν ο Σεβ. Μητροπολίτης Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος κ. Γεώργιος, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Παύλεια θεολογία και Χριστιανική Λατρεία». Ο Σεβασμιώτατος μίλησε για την έννοια του Μυστηρίου ως του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου. Ανέδειξε επίσης τον εκκλησιολογικό χαρακτήρα των Μυστηρίων και το νόημά των στη λειτουργική πράξη. Στη συνέχεια μίλησε για τις μυστηριοειδείς πράξεις, τα στοιχεία που παραχαράσσουν την Ορθόδοξη περί Μυστηρίων παράδοση και κατέληξε με αναφορά στο αίτημα της λειτουργικής αγωγής των πιστών σήμερα.

Τελευταίος εισηγητής ήταν ο Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Βελιγραδίου κ. Νέναντ Μιλόσεβιτς, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Λειτουργική διάσταση του βιβλικού όρου ‘Αναφορά’». Έχοντας ως αφετηρία τις σύγχρονες μεταφράσεις, επεσήμανε ο ομιλητής, της εναρκτήριας φράσης της Αναφοράς ως κεντρικού τμήματος της θείας Λειτουργίας – «Στῶμεν καλῶς… τήν ἁγίαν Ἀναφοράν ἐν εἰρήνῃ προσφέρειν» -, στην παρούσα μελέτη εξετάζεται λεπτομερώς ή έννοια του όρου «ἀναφορά». Πρώτον, τίθεται το θέμα του νοήματος της προαναφερθείσας εκφώνησης, δηλαδή τί μπορεί να σημαίνει η φράση ότι η «αναφορά προσφέρεται»; Ακολουθεί μία εκτενής συγκριτική ανάλυση της έννοιας του συγκεκριμένου όρου βασισμένη στο κείμενο τόσο των τριών Βυζαντινών, όσο και ορισμένων Δυτικών Λειτουργιών, καθώς στα Βυζαντινά λειτουργικά υπομνήματα, ιδίως αυτό του Νικολάου Καβάσιλα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο θέμα του πιθανού συμβολισμού της Ανάληψης που προσδίδει στην Αναφορά ή λεγόμενη «αναβαίνουσα» (ascendentes) Επίκληση. Και αυτή η συνεδρία έκλεισε με γόνιμο διάλογο, συζήτηση επιστημονική και την ανάγνωση των σχετικών πορισμάτων.

Κατά κοινήν ομολογία το Διεθνές αυτό Επιστημονικό Συνέδριο στέφθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία. Η διεπιστημονική συνεργασία, το πνεύμα ενότητας που επικράτησε κατά την προετοιμασία του, η συμβολή των χορηγών και ιδιαιτέρως ο επιστημονικός κόπος των εισηγητών συνέτειναν ώστε να διερευνηθούν κατά τον καλύτερο τρόπο οι θεολογικές σχέσεις μεταξύ Αγίας Γραφής και Ορθόδοξης Λατρείας.